Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
completo
01
πλήρης, ολοκληρωμένος
que tiene todas sus partes o está íntegro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más completo
συγκριτικός βαθμός
más completo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
completo
αρσενικό πληθυντικό
completos
θηλυκό ενικό
completa
θηλυκό πληθυντικό
completas
Παραδείγματα
El libro está completo y en buen estado.
Το βιβλίο είναι πλήρες και σε καλή κατάσταση.
02
ολοκληρωμένος, περιεκτικός
que abarca todos los aspectos o detalles de algo
Παραδείγματα
Realizamos un estudio completo del mercado.
Πραγματοποιήσαμε μια ολοκληρωμένη μελέτη της αγοράς.
03
γεμάτος, πλήρως κρατημένος
cuando no hay disponibilidad de plazas, habitaciones o boletos
Παραδείγματα
El hotel está completo este fin de semana.
Το ξενοδοχείο είναι πλήρες αυτό το Σαββατοκύριακο.
04
πλήρης, ολοκληρωμένος
que no le falta nada, total en su extensión o alcance
Παραδείγματα
Tenemos un control completo sobre la situación.
Έχουμε πλήρη έλεγχο της κατάστασης.



























