Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trágico
01
τραγικός, θλιβερός
que causa gran tristeza o conmoción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trágico
συγκριτικός βαθμός
más trágico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trágico
αρσενικό πληθυντικό
trágicos
θηλυκό ενικό
trágica
θηλυκό πληθυντικό
trágicas
Παραδείγματα
La muerte del escritor fue un hecho trágico.
Ο θάνατος του συγγραφέα ήταν ένα τραγικό γεγονός.



























