Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El trámite
01
διαδικασία, διαδικασίες
proceso o paso necesario para conseguir algo oficial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trámites
Παραδείγματα
Necesito hacer un trámite en el ayuntamiento.
Πρέπει να κάνω μια διαδικασία στο δημαρχείο.



























