Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trágico
01
τραγικός, θλιβερός
que causa gran tristeza o conmoción
Παραδείγματα
El trágico suceso dejó a la familia devastada.
Το τραγικό γεγονός άφησε την οικογένεια κατεστραμμένη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τραγικός, θλιβερός