Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trémulo
01
τρεμάμενος, δονητικός
que tiembla o vibra ligeramente debido a miedo, emoción o debilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trémulo
συγκριτικός βαθμός
más trémulo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trémulo
αρσενικό πληθυντικό
trémulos
θηλυκό ενικό
trémula
θηλυκό πληθυντικό
trémulas
Παραδείγματα
Su pulso trémulo delataba el miedo que sentía.
Ο τρεμάμενος σφυγμός του πρόδιδε τον φόβο που ένιωθε.



























