Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homogéneo
01
ομοιογενής, ομοιόμορφος
que tiene las mismas características o propiedades en todas sus partes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más homogéneo
συγκριτικός βαθμός
más homogéneo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
homogéneo
αρσενικό πληθυντικό
homogéneos
θηλυκό ενικό
homogénea
θηλυκό πληθυντικό
homogéneas
Παραδείγματα
La mezcla de líquidos no es homogénea; hay separación.
Το μείγμα υγρών δεν είναι ομοιογενές; υπάρχει διαχωρισμός.



























