Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homogéneo
01
ομοιογενής, ομοιόμορφος
que tiene las mismas características o propiedades en todas sus partes
Παραδείγματα
La mezcla de líquidos no es homogénea; hay separación.
Το μείγμα υγρών δεν είναι ομοιογενές; υπάρχει διαχωρισμός.



























