Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homologar
01
εγκρίνω, επικυρώνω
reconocer oficialmente la validez o equivalencia de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
homologo
γ΄ ενικό πρόσωπο
homologa
ενεστώτα μετοχή
homologando
απλός αόριστος
homologó
παθητική μετοχή
homologado
Παραδείγματα
La institución homologó el programa académico.
Το ίδρυμα ενέκρινε το ακαδημαϊκό πρόγραμμα.
02
αναγνωρίζω
reconocer oficialmente estudios, títulos o cualificaciones obtenidas en otro sistema educativo
Παραδείγματα
El proceso para homologar estudios puede tardar meses.
Η διαδικασία αναγνώρισης σπουδών μπορεί να διαρκέσει μήνες.



























