Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homologar
01
εγκρίνω, επικυρώνω
reconocer oficialmente la validez o equivalencia de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
homologo
γ΄ ενικό πρόσωπο
homologa
ενεστώτα μετοχή
homologando
απλός αόριστος
homologó
παθητική μετοχή
homologado
Παραδείγματα
El ministerio homologó el nuevo plan de estudios.
Το υπουργείο ενέκρινε το νέο πρόγραμμα σπουδών.
02
αναγνωρίζω
reconocer oficialmente estudios, títulos o cualificaciones obtenidas en otro sistema educativo
Παραδείγματα
La universidad homologó su título extranjero.
Το πανεπιστήμιο αναγνώρισε τον ξένο τίτλο σπουδών του.



























