Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circundante
01
περιβάλλον
que rodea o está alrededor de un lugar, objeto o espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
circundante
αρσενικό πληθυντικό
circundantes
θηλυκό ενικό
circundante
θηλυκό πληθυντικό
circundantes
Παραδείγματα
Los edificios circundantes bloquean la vista del parque.
Τα κτίρια circundante μπλοκάρουν την θέα του πάρκου.



























