Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circundante
01
περιβάλλον
que rodea o está alrededor de un lugar, objeto o espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
circundante
αρσενικό πληθυντικό
circundantes
θηλυκό ενικό
circundante
θηλυκό πληθυντικό
circundantes
Παραδείγματα
Observamos el tráfico en las zonas circundantes.
Παρατηρούμε την κυκλοφορία στις περιφερειακές ζώνες.



























