Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El circuito
[gender: masculine]
01
κύκλωμα, διαδρομή
recorrido cerrado que se usa para competiciones o carreras
Παραδείγματα
Los organizadores prepararon el circuito para la carrera.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κύκλωμα, διαδρομή