Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circular
01
οδηγώ
moverse o transitar por una vía o lugar en un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
circulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
circula
ενεστώτα μετοχή
circulando
απλός αόριστος
circulé
παθητική μετοχή
circulado
Παραδείγματα
Está prohibido circular a más de 60 km/h en esta zona.
Απαγορεύεται να κυκλοφορείτε με ταχύτητα άνω των 60 χλμ./ώρα σε αυτήν την περιοχή.
02
κυκλοφορώ
funcionar o estar en servicio (dicho de trenes, autobuses, etc.)
Παραδείγματα
Este tren no circula los domingos.
Αυτό το τρένο δεν κυκλοφορεί τις Κυριακές.
circular
01
κυκλικός, στρογγυλός
que tiene forma de círculo o se relaciona con un círculo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
circular
αρσενικό πληθυντικό
circulares
θηλυκό ενικό
circular
θηλυκό πληθυντικό
circulares
Παραδείγματα
La mesa tiene una forma circular.
Το τραπέζι έχει κυκλικό σχήμα.
La circular
01
comunicación escrita que se envía a varias personas dentro de una organización
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La dirección envió una circular a todo el personal.



























