circular
Pronunciation
/θˌiɾkulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "circular"στα ισπανικά

circular
01

οδηγώ

moverse o transitar por una vía o lugar en un vehículo
circular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
circulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
circula
ενεστώτα μετοχή
circulando
απλός αόριστος
circulé
παθητική μετοχή
circulado
Παραδείγματα
Durante la protesta, no se pudo circular por el centro.
Κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, δεν ήταν δυνατό να κυκλοφορήσει κανείς στο κέντρο.
02

κυκλοφορώ

funcionar o estar en servicio (dicho de trenes, autobuses, etc.)
Παραδείγματα
¿ A qué hora circula el último tren hacia el aeropuerto?
Τι ώρα κυκλοφορεί το τελευταίο τρένο για το αεροδρόμιο ;
01

κυκλικός, στρογγυλός

que tiene forma de círculo o se relaciona con un círculo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
circular
αρσενικό πληθυντικό
circulares
θηλυκό ενικό
circular
θηλυκό πληθυντικό
circulares
Παραδείγματα
Vi una ventana circular en la torre.
Είδα ένα στρογγυλό παράθυρο στον πύργο.
01

comunicación escrita que se envía a varias personas dentro de una organización

γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cada empleado recibió la circular por correo.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store