Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cirugía
01
χειρουργική, εγχείρηση
una operación médica que consiste en tratar una enfermedad o lesión cortando o modificando el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cirugías
Παραδείγματα
El paciente se recupera bien después de la cirugía de corazón.
Ο ασθενής αναρρώνει καλά μετά την χειρουργική επέμβαση στην καρδιά.



























