Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El existencialismo
[gender: masculine]
01
υπαρξισμός, φιλοσοφία της ύπαρξης
corriente filosófica que estudia la existencia y la libertad humana
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El existencialismo cuestiona el sentido de la vida.
Ο υπαρξισμός αμφισβητεί το νόημα της ζωής.



























