el existencialismo
Pronunciation
/ˌeksistˌɛnθjalˈismo/

Ορισμός και σημασία του "existencialismo"στα ισπανικά

El existencialismo
[gender: masculine]
01

υπαρξισμός, φιλοσοφία της ύπαρξης

corriente filosófica que estudia la existencia y la libertad humana
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El existencialismo cuestiona el sentido de la vida.
Ο υπαρξισμός αμφισβητεί το νόημα της ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store