tallar
tallar
taʎaɾ
taliar
taller

Ορισμός και σημασία του "tallar"στα ισπανικά

tallar
01

σκαλίζω

dar forma a un material cortándolo o esculpiéndolo 
tallar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
talla
ενεστώτα μετοχή
tallando
απλός αόριστος
tallé
παθητική μετοχή
tallado
Παραδείγματα
El artesano talló una figura en madera. 

Ο τεχνίτης σκάλισε μια φιγούρα σε ξύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store