Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tallar
[past form: tallé][present form: tallo]
01
σκαλίζω
dar forma a un material cortándolo o esculpiéndolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
talla
ενεστώτα μετοχή
tallando
απλός αόριστος
tallé
παθητική μετοχή
tallado
Παραδείγματα
Los mayas tallaron figuras en los templos.
Οι Μάγια σκάλισαν φιγούρες στους ναούς.



























