Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El taller
01
εργαστήριο
lugar donde se arreglan o reparan vehículos u objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
talleres
Παραδείγματα
Llevé mi coche al taller para una revisión.
Πήρα το αυτοκίνητό μου στο εργαστήριο για έλεγχο.
02
εργαστήριο
lugar donde se realizan trabajos manuales, artísticos o profesionales
Παραδείγματα
Los artesanos trabajan en su taller creando muebles de madera.
Οι τεχνίτες εργάζονται στο εργαστήριό τους δημιουργώντας ξύλινα έπιπλα.
03
εργαστήριο
actividad formativa práctica en la que se trabajan habilidades o conocimientos específicos
Παραδείγματα
Participó en un taller de escritura creativa.
Συμμετείχε σε ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής.



























