Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tallo
01
βλαστός, κυρίως στέλεχος
parte de la planta que sostiene hojas, flores y frutos, y transporta nutrientes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tallos
Παραδείγματα
El tallo de la rosa es muy largo y espinoso.
Ο βλαστός του τριαντάφυλλου είναι πολύ μακρύς και αγκαθωτός.



























