Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El taller
[gender: masculine]
01
εργαστήριο
lugar donde se arreglan o reparan vehículos u objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
talleres
Παραδείγματα
¿ Sabes dónde hay un buen taller de autos?
Εργαστήριο
02
εργαστήριο
lugar donde se realizan trabajos manuales, artísticos o profesionales
Παραδείγματα
Vamos a organizar un taller de fotografía.
Θα οργανώσουμε ένα εργαστήριο φωτογραφίας.
03
εργαστήριο
actividad formativa práctica en la que se trabajan habilidades o conocimientos específicos
Παραδείγματα
El taller duró todo el fin de semana.
Το εργαστήριο διήρκεσε όλο το Σαββατοκύριακο.



























