Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El combustible
01
καύσιμο, καυσίμη ύλη
material que puede arder y producir energía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
combustibles
Παραδείγματα
El combustible se almacena en tanques especiales.
Το καύσιμο αποθηκεύεται σε ειδικές δεξαμενές.



























