Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La comedia
01
κωμωδία, κωμικό έργο
obra de teatro o película que tiene la intención de hacer reír
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
comedias
Παραδείγματα
Vi una comedia muy divertida en el teatro.
Είδα μια πολύ αστεία κωμωδία στο θέατρο.
Λεξικό Δέντρο
comedia
media



























