la comedia
Pronunciation
/komˈeðja/

Ορισμός και σημασία του "comedia"στα ισπανικά

01

κωμωδία, κωμικό έργο

obra de teatro o película que tiene la intención de hacer reír
la comedia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
comedias
Παραδείγματα
La comedia se estrenó la semana pasada.
Η κωμωδία έκανε πρεμιέρα την περασμένη εβδομάδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store