Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combatir
01
πολεμώ
luchar contra algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
combato
γ΄ ενικό πρόσωπο
combate
ενεστώτα μετοχή
combatiendo
απλός αόριστος
combatí
παθητική μετοχή
combatido
Παραδείγματα
Los gladiadores combatían en la arena ante miles de espectadores.
Οι μονομάχοι πολεμούσαν στην αρένα μπροστά σε χιλιάδες θεατές.



























