Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combatir
01
πολεμώ
luchar contra algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
combato
γ΄ ενικό πρόσωπο
combate
ενεστώτα μετοχή
combatiendo
απλός αόριστος
combatí
παθητική μετοχή
combatido
Παραδείγματα
Los soldados combaten en la guerra.
Οι στρατιώτες πολεμούν στον πόλεμο.



























