combatir
Pronunciation
/kˌɔmbatˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "combatir"στα ισπανικά

combatir
01

πολεμώ

luchar contra algo o alguien
combatir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
combato
γ΄ ενικό πρόσωπο
combate
ενεστώτα μετοχή
combatiendo
απλός αόριστος
combatí
παθητική μετοχή
combatido
Παραδείγματα
Los gladiadores combatían en la arena ante miles de espectadores.
Οι μονομάχοι πολεμούσαν στην αρένα μπροστά σε χιλιάδες θεατές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store