combatir
com
kom
kom
ba
ba
ba
tir
ˈtiɾ
tir
competir

Ορισμός και σημασία του "combatir"στα ισπανικά

combatir
01

πολεμώ

luchar contra algo o alguien 
combatir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
combato
γ΄ ενικό πρόσωπο
combate
ενεστώτα μετοχή
combatiendo
απλός αόριστος
combatí
παθητική μετοχή
combatido
Παραδείγματα
Los soldados combaten en la guerra. 

Οι στρατιώτες πολεμούν στον πόλεμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store