el deshielo
desh
ˈdes
des
ie
je
ye
lo
lo
lo
caramelopolluelotangelopañuelo

Ορισμός και σημασία του "deshielo"στα ισπανικά

01

απόψυξη, τήξη

proceso de derretirse el hielo o la nieve 
el deshielo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deshielos
Παραδείγματα
El deshielo del Ártico preocupa a los científicos. 

Η τήξη της Αρκτικής ανησυχεί τους επιστήμονες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store