Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
degradar
[past form: degradé][present form: degrado]
01
αποσυντίθεται, υποβαθμίζεται
perder calidad o valor con el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
degradó
γ΄ ενικό πρόσωπο
degrada
ενεστώτα μετοχή
degradando
απλός αόριστος
degradé
παθητική μετοχή
degradado
Παραδείγματα
La exposición prolongada a la humedad degrada los materiales.
Η παρατεταμένη έκθεση στην υγρασία υποβαθμίζει τα υλικά.



























