Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
degradar
01
αποσυντίθεται, υποβαθμίζεται
perder calidad o valor con el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
degradó
γ΄ ενικό πρόσωπο
degrada
ενεστώτα μετοχή
degradando
απλός αόριστος
degradé
παθητική μετοχή
degradado
Παραδείγματα
El plástico tarda mucho en degradar en la naturaleza.
Το πλαστικό χρειάζεται πολύ χρόνο για να αποικοδομηθεί στη φύση.



























