Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La medida
01
μέτρο, δράση
acción o decisión tomada para lograr un objetivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
medidas
Παραδείγματα
El gobierno tomó medidas para mejorar la seguridad.
Η κυβέρνηση πήρε μέτρα για να βελτιώσει την ασφάλεια.
LanGeek



























