mediar
med
ˈmeð
medh
iar
jaɾ
yar
meditarmedirmedicar

Ορισμός και σημασία του "mediar"στα ισπανικά

mediar
01

διαμεσολαβώ

actuar como intermediario para facilitar un acuerdo entre partes 
mediar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
medío
γ΄ ενικό πρόσωπο
medía
ενεστώτα μετοχή
mediando
απλός αόριστος
medió
παθητική μετοχή
mediado
Παραδείγματα
Su papel fue mediar para lograr la paz. 

Ο ρόλος του ήταν να διαμεσολαβήσει για να επιτευχθεί η ειρήνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store