mediar

Ορισμός και σημασία του "mediar"στα ισπανικά

mediar
01

διαμεσολαβώ

actuar como intermediario para facilitar un acuerdo entre partes
mediar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
medío
γ΄ ενικό πρόσωπο
medía
ενεστώτα μετοχή
mediando
απλός αόριστος
medió
παθητική μετοχή
mediado
Παραδείγματα
Medió un acuerdo comercial histórico.
Διαμεσολάβησε σε μια ιστορική εμπορική συμφωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store