el recreo
rec
ˈrek
rek
reo
ɾeo
reo
trineotrofeosaqueosorteo

Ορισμός και σημασία του "recreo"στα ισπανικά

01

αναψυχή, ψυχαγωγία

actividad para divertirse o relajarse 
el recreo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
recreos
Παραδείγματα
El recreo al aire libre es bueno para la salud. 

Η αναψυχή στο ύπαιθρο είναι καλή για την υγεία.

02

διάλειμμα, ανάπαυση

el tiempo libre entre clases para que los estudiantes jueguen o descansen 
Παραδείγματα
Los niños salen al patio durante el recreo. 

Τα παιδιά βγαίνουν στην αυλή κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store