Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ratificar
01
επικυρώνω, επιβεβαιώνω
confirmar o aprobar oficialmente algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ratifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratifica
ενεστώτα μετοχή
ratificando
απλός αόριστος
ratifiqué
παθητική μετοχή
ratificado
Παραδείγματα
El Congreso ratificó el nuevo tratado internacional.
Το Κογκρέσο επικύρωσε τη νέα διεθνή συνθήκη.



























