Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ratificar
[past form: ratifiqué][present form: ratifico]
01
επικυρώνω, επιβεβαιώνω
confirmar o aprobar oficialmente algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ratifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratifica
ενεστώτα μετοχή
ratificando
απλός αόριστος
ratifiqué
παθητική μετοχή
ratificado
Παραδείγματα
El juez ratificó la sentencia dictada en primera instancia.
Ο δικαστής επικύρωσε την ποινή που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό.



























