ratificar
ra
ra
ρα
ti
ti
τι
fi
fi
φι
car
ˈkaɾ
καρ
televisarruborizarblanqueardescolgar

Ορισμός και σημασία του "ratificar"στα ισπανικά

ratificar
01

επικυρώνω, επιβεβαιώνω

confirmar o aprobar oficialmente algo 
ratificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ratifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratifica
ενεστώτα μετοχή
ratificando
απλός αόριστος
ratifiqué
παθητική μετοχή
ratificado
Παραδείγματα
El Congreso ratificó el nuevo tratado internacional. 

Το Κογκρέσο επικύρωσε τη νέα διεθνή συνθήκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store