Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ratón
01
ποντίκι, ποντίκι
animal pequeño, generalmente gris o marrón, con cola larga y orejas grandes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ratones
Παραδείγματα
El ratón corre rápido por la cocina.
Το ποντίκι τρέχει γρήγορα μέσα από την κουζίνα.
02
ποντίκι, ποντίκι υπολογιστή
dispositivo que se usa para mover el cursor en la pantalla de una computadora
Παραδείγματα
El ratón de la computadora está en el escritorio.
Το ποντίκι του υπολογιστή είναι στο γραφείο.



























