Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perseguir
01
καταδιώκω, κυνηγώ
seguir a alguien o algo para alcanzarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
persigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
persigue
ενεστώτα μετοχή
persiguiendo
απλός αόριστος
perseguí
παθητική μετοχή
perseguido
Παραδείγματα
La policía persigue al sospechoso por las calles.
Η αστυνομία καταδιώκει τον ύποπτο στους δρόμους.



























