persistir
Pronunciation
/pˌɛɾsistˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "persistir"στα ισπανικά

persistir
01

επιμένω

mantenerse firme en una idea o actitud, o continuar existiendo
persistir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
persisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
persiste
ενεστώτα μετοχή
persistiendo
απλός αόριστος
persistió
παθητική μετοχή
persistido
Παραδείγματα
No dejes de persistir en tus sueños.
Μην σταματάς να επιμένεις στα όνειρά σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store