Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persistir
01
επιμένω
mantenerse firme en una idea o actitud, o continuar existiendo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
persisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
persiste
ενεστώτα μετοχή
persistiendo
απλός αόριστος
persistió
παθητική μετοχή
persistido
Παραδείγματα
Él decidió persistir en su error.
Αποφάσισε να επιμείνει στο λάθος του.



























