persistir
per
peɾ
περ
sis
sis
σισ
tir
ˈtiɾ
τιρ
confundirconvertirinfringirextinguir

Ορισμός και σημασία του "persistir"στα ισπανικά

persistir
01

επιμένω

mantenerse firme en una idea o actitud, o continuar existiendo 
persistir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
persisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
persiste
ενεστώτα μετοχή
persistiendo
απλός αόριστος
persistió
παθητική μετοχή
persistido
Παραδείγματα
Él decidió persistir en su error. 

Αποφάσισε να επιμείνει στο λάθος του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store