Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La persiana
01
περσέλα, κουρτίνα
cortina que se puede subir o bajar para cubrir una ventana
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
persianas
Παραδείγματα
Las persianas están bajadas para que no entre luz.
Οι περσίδες είναι κατεβασμένες ώστε να μην μπαίνει φως.



























