Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
externo
01
εξωτερικός
que está fuera de algo o relacionado con el exterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
externo
αρσενικό πληθυντικό
externos
θηλυκό ενικό
externa
θηλυκό πληθυντικό
externas
Παραδείγματα
El acceso externo al edificio está cerrado por reparaciones.
Η εξωτερική πρόσβαση στο κτίριο είναι κλειστή για επισκευές.



























