Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extra
01
επιπλέον, έξτρα
que se añade o se da además de lo normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extra
συγκριτικός βαθμός
más extra
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extra
αρσενικό πληθυντικό
extra
θηλυκό ενικό
extra
θηλυκό πληθυντικό
extra
Παραδείγματα
Necesito una cama extra en la habitación.
Χρειάζομαι ένα επιπλέον κρεβάτι στο δωμάτιο.
El extra
01
συμπαραστάτης
actor o persona que aparece en una película o serie sin papel principal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
extras
Παραδείγματα
Los extras del set esperaban su turno para filmar.
Οι κομπάρσοι στο πλατό περίμεναν τη σειρά τους για γυρίσματα.



























