Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
externo
01
εξωτερικός
que está fuera de algo o relacionado con el exterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
externo
αρσενικό πληθυντικό
externos
θηλυκό ενικό
externa
θηλυκό πληθυντικό
externas
Παραδείγματα
Los recursos externos pueden ser fundamentales para el desarrollo.
Οι εξωτερικοί πόροι μπορεί να είναι θεμελιώδεις για την ανάπτυξη.



























