externo
Pronunciation
/ekstˈɛɾno/

Ορισμός και σημασία του "externo"στα ισπανικά

01

εξωτερικός

que está fuera de algo o relacionado con el exterior
externo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
externo
αρσενικό πληθυντικό
externos
θηλυκό ενικό
externa
θηλυκό πληθυντικό
externas
Παραδείγματα
Los recursos externos pueden ser fundamentales para el desarrollo.
Οι εξωτερικοί πόροι μπορεί να είναι θεμελιώδεις για την ανάπτυξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store