Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interno
01
εσωτερικός
que está dentro de algo o relacionado con el interior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interno
αρσενικό πληθυντικό
internos
θηλυκό ενικό
interna
θηλυκό πληθυντικό
internas
Παραδείγματα
La comunicación interna es importante en una organización.
Η εσωτερική επικοινωνία είναι σημαντική σε έναν οργανισμό.



























