Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ADSL
[gender: masculine]
01
ADSL
tecnología para la conexión rápida a internet mediante línea telefónica
Παραδείγματα
El ADSL es común en áreas urbanas.
Το ADSL είναι κοινό σε αστικές περιοχές.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ADSL