Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recortar
01
κόβομαι
cortarse uno mismo el pelo, la barba u otra parte del cuerpo para arreglar su apariencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recorto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recorta
ενεστώτα μετοχή
recortando
απλός αόριστος
me recorté
παθητική μετοχή
recortado
Παραδείγματα
Me recorté la barba esta mañana.
Κόβω το γένι μου σήμερα το πρωί.
02
μειώνω
reducir la cantidad, tamaño o duración de algo
Παραδείγματα
La empresa decidió recortar gastos este año.
Η εταιρεία αποφάσισε να μειώσει τα έξοδα φέτος.



























