Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comparable
01
συγκρίσιμος
que puede ser comparado con otra cosa por ser parecido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más comparable
συγκριτικός βαθμός
más comparable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
comparable
αρσενικό πληθυντικό
comparables
θηλυκό ενικό
comparable
θηλυκό πληθυντικό
comparables
Παραδείγματα
Los dos autos tienen características comparables.
Τα δύο αυτοκίνητα έχουν συγκρίσιμα χαρακτηριστικά.
Λεξικό Δέντρο
incomparable
comparable
compare



























