Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La estimación
[gender: feminine]
01
εκτίμηση, προσεγγιστικός υπολογισμός
cálculo aproximado del valor o cantidad de algo
Παραδείγματα
La estimación es solo una aproximación, no un precio fijo.
Η εκτίμηση είναι απλώς μια προσέγγιση, όχι μια σταθερή τιμή.



























