Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
firmar
[past form: firmé][present form: firmo]
01
υπογράφω
escribir el nombre para dar validez a un documento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
firmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
firma
ενεστώτα μετοχή
firmando
απλός αόριστος
firmé
παθητική μετοχή
firmado
Παραδείγματα
El presidente firmó la ley ayer.
Ο πρόεδρος υπέγραψε τον νόμο χθες.



























