fiscalizar
Pronunciation
/fˌiskaliθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "fiscalizar"στα ισπανικά

fiscalizar
01

ελέγχω, επιβλέπω

vigilar o supervisar que algo se cumpla correctamente
fiscalizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fiscalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fiscaliza
ενεστώτα μετοχή
fiscalizando
απλός αόριστος
fiscalizó
παθητική μετοχή
fiscalizado
Παραδείγματα
El jefe fiscaliza las tareas del equipo.
Ο προϊστάμενος εποπτεύει τις εργασίες της ομάδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store