Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fiscalizar
01
ελέγχω, επιβλέπω
vigilar o supervisar que algo se cumpla correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fiscalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fiscaliza
ενεστώτα μετοχή
fiscalizando
απλός αόριστος
fiscalizó
παθητική μετοχή
fiscalizado
Παραδείγματα
El jefe fiscaliza las tareas del equipo.
Ο προϊστάμενος εποπτεύει τις εργασίες της ομάδας.



























