fiscalizar
fis
fis
fis
ca
ka
ka
li
li
li
zar
ˈθaɾ
thar
finalizar

Ορισμός και σημασία του "fiscalizar"στα ισπανικά

fiscalizar
01

ελέγχω, επιβλέπω

vigilar o supervisar que algo se cumpla correctamente 
fiscalizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fiscalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fiscaliza
ενεστώτα μετοχή
fiscalizando
απλός αόριστος
fiscalizó
παθητική μετοχή
fiscalizado
Παραδείγματα
La comisión fiscaliza las elecciones. 

Η επιτροπή εποπτεύει τις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store