el moroso
mo
mo
mo
ro
ˈɾo
ro
so
so
so
mohosomorbosomocoso

Ορισμός και σημασία του "moroso"στα ισπανικά

01

οφειλέτης, καθυστερημένος

persona que no paga sus deudas a tiempo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
morosos
Παραδείγματα
El moroso no ha pagado el alquiler en tres meses. 

Ο οφειλέτης δεν έχει πληρώσει το ενοίκιο εδώ και τρεις μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store