morder
mor
moɾ
mor
der
ˈðeɾ
dher
bannerplacertallercorrer

Ορισμός και σημασία του "morder"στα ισπανικά

morder
01

δαγκώνω

usar los dientes para agarrar o cortar algo 
morder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
muerdo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muerde
ενεστώτα μετοχή
mordiendo
απλός αόριστος
mordí
παθητική μετοχή
mordido
Παραδείγματα
El perro puede morder si está asustado. 

Ο σκύλος μπορεί να δαγκώσει αν φοβάται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store