morder
Pronunciation
/mɔɾðˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "morder"στα ισπανικά

morder
01

δαγκώνω

usar los dientes para agarrar o cortar algo
morder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
muerdo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muerde
ενεστώτα μετοχή
mordiendo
απλός αόριστος
mordí
παθητική μετοχή
mordido
Παραδείγματα
Los niños no deben morder a sus amigos.
Τα παιδιά δεν πρέπει να δαγκώνουν τους φίλους τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store