Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morder
01
δαγκώνω
usar los dientes para agarrar o cortar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
muerdo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muerde
ενεστώτα μετοχή
mordiendo
απλός αόριστος
mordí
παθητική μετοχή
mordido
Παραδείγματα
Los niños no deben morder a sus amigos.
Τα παιδιά δεν πρέπει να δαγκώνουν τους φίλους τους.



























